Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

EasTer Go Home!

…αυτές οι γιορτές δεν με πήγαν με τίποτα λέμε… νιώθω ελαφρώς καλύτερα από το κατσίκι στο φούρνο της Δημουλά… δεν είναι που σακατεύτηκα στον Επιτάφιο… δεν είναι που τσακώθηκα με τη μάνα μου 12 παρά το βράδυ της Ανάστασης… δεν είναι που με βρήκε η Ανάσταση στο δρόμο για το σπίτι μου να κλαίω από τα νεύρα μου… δεν είναι που ξύπνησα ανήμερα το Πάσχα με τέτοια στενοχώρια που ήταν σχεδόν αμαρτία… δεν ήταν που έκλαιγα όλο το απόγευμα για όλα και για τίποτα… ήταν που όλα αυτά συνέβησαν Πασχαλιάτικα... διότι άμα τσακωθείς μια κάποια Πέμπτη μεσημέρι, δεν τρέχει τίποτα βρε αδερφέ… έχεις όλο το χρόνο μπροστά σου να τα βρεις ή να μην τα βρεις... αν όμως σου συμβαίνουν μια τέτοια στιγμή μέσα στο χρόνο που κανονικά θα έπρεπε να αγκαλιάζεσαι και να φιλιέσαι με τους άλλους…. εεε τότε σου πέφτει βαρύ…

…μιλώντας με δυο φίλους μου κατά τα διαλείμματα της τραγωδίας μου, μου εξομολογήθηκαν ότι και στις δικές τους οικογένειες τέτοιες μέρες συνήθως γίνεται ο κακός χαμός… νεύρα, τσακωμοί… στα καλά καθούμενα… οι δε κουμπάροι μου έφυγαν μαλλιά κουβάρια για το νησί…

…και εύλογα αναρωτιέμαι… τι στο καλό συμβαίνει και μας καβαλάει ο βελζεβούλης τέτοιες μέρες?!?! μήπως φταίει που πρέπει σώνει και καλά να αγαπιόμαστε?!?! να χαιρόμαστε?!?! να γιορτάζουμε?!?! αφού εχθές σου έσουρα τα χίλια μύρια, πώς να κάτσω σήμερα να φάω μαζί σου και να σου ευχηθώ τα αντίθετα από όσα σου ευχόμουνα εχθές!?? η ζωή δεν σταματάει επειδή ήρθε το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, ο Δεκαπενταύγουστος κοκ. το αντίθετο μάλιστα… εάν νιώθεις ήδη άσχημα για οποιονδήποτε λόγο, ο εορταστικός ψυχαναγκασμός μόνο να χειροτερέψει τα πράγματα μπορεί… άσε που βγαίνεις και από τη σειρά σου... από τη ρουτίνα σου που σε προστατεύει από άσχημες σκέψεις… θεόσταλτη ρουτίνα… ένας Θεός ξέρει πόσο ανυπομονώ να αρχίσει η δουλειά (!!!)… να επιστρέψουν όλα στους κανονικούς τους ρυθμούς… να μπορώ να τσακώνομαι με όποιον γουστάρω χωρίς να νιώθω ενοχές…

ουφ!

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

Πασχα στο Φουρνο

Βέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά.
Άνοιξα το φούρνο με θυμό, τι φωνάζεις είπα;
σε ακούνε οι καλεσμένοι.
Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε
κάνε κάτι, αλλιώς θα μείνει νηστική
χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.

Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο το μέτωπο, τα πόδια, ο σβέρκος,
το χορτάρι, η βοσκή, τα κατσάβραχα,
η σφαγή.


Κική Δημουλά
από την ποιητική συλλογή «ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ»

Τρίτη, 15 Απριλίου 2008

Μανιφεστο κατα της εργασιας

Εργασία μήτηρ πάσης κακίας

Όποιος εργάζεται σκοντάφει

Των φρονίμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν δεν δουλεύουν

Όποιος έχει τη μύγα, εργάζεται

Στο σπίτι του κρεμασμένου, δεν μιλάνε για δουλειά

Μάθε δουλειά κι άστηνε, κι άμα πεινάσεις πιάστηνε

Όποιος νύχτα περπατεί, δεν δουλεύει το πρωί

Είδε ο τρελλός αυτόν που δούλευε και φοβήθηκε

Μπρος δουλειά και πίσω ρέμα

Όλα τα είχε η Μαριωρή, η δουλειά της έλειπε.

Όποιος καεί απ΄τη δουλειά, φυσά και το γιαούρτι

Νηστικό αρκούδι δεν δουλεύει

Πίσω έχει η αχλάδα τη δουλειά

Πολλές φορές πάει η κολοκύθα για δουλειά, μία φορά πάει και δε γυρίζει

Κάλλιο γαϊδουρόδενε, παρά γαϊδουροδούλευε

Τη δουλειά πολλοί εμίσησαν, το χρήμα ουδείς

Η δουλειά κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει

Η πολύ δουλειά τρώει τον αφέντη

Καθαρός ουρανός, δουλειές δεν φοβάται

Όλα τα γουρούνια ίδια δουλειά έχουνε

Όλοι αντάμα και ο δουλευταράς χώρια

Όποιος δεν έχει μυαλό, έχει δουλειά

Όσα φέρνει η δουλειά, δεν τα φέρνει ο χρόνος

Της δουλειάς τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά

Τι έχεις γέρο και δουλεύεις; δεν μ’αφήνουν τα δαιμόνια


Όπως θα καταλάβατε, φαντάζομαι, τον τελευταίο καιρό δουλεύω περισσότερο από όσο θα ήθελα, λιγότερο ωστόσο από το μέσο εργαζόμενο, αλλά ακριβώς όσο πρέπει για να μην ξαναδουλέψω τον υπόλοιπο μήνα – τουλάχιστον - και να αφοσιωθώ στις πολύ απαιτητικές δραστηριότητες που διατηρώ κατά τα άλλα… :P

Τρίτη, 8 Απριλίου 2008

Η Δεσποινις Σορολοπ

(και όμως υπάρχει!)

…τρίπρακτη οπερέτα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη (1923-24). Η υπόθεση πλέκεται με επίκεντρο μια γοητευτική κοπέλα (φτου μου! :P) που, όντας η παλιά φιλενάδα του κυρίου Κορνελίδη, "συνάπτει σχέσεις" με το θείο του, τον κύριο Καλαθούνη. Τα πράγματα μπερδεύονται, όταν ο αυστηρός προϊστάμενος, του Κορνελίδη, ο Πρεζέντης, πιάνει "στα πράσα" τον υφιστάμενό του να φιλιέται με τη Σορολόπ (α! την τσούλα!). Εκείνος τη συστήνει ως γυναίκα του... Τελικά, οι παρεξηγήσεις λύνονται και όλοι τραγουδούν ευχαριστημένοι.

Το έργο πρωτοανέβηκε από το θίασο Σαμαρτζή στο Θέατρο "Αλάμπρα", με πρωταγωνίστρια την Αφροδίτη Λαουτάρη.

Από το "Λεξικό της Ελληνικής Μουσικής"
του Τ. Καλογερόπουλου

Πηγή: Musipedia

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2008

Η Κατσαριδα που πηγε στο Φεγγαρι

Η Κυριακή το απόγευμα με βρήκε να βολτάρω στην Πλάκα και το Μοναστηράκι χωρίς προορισμό. Ο ήλιος ψηλά ακόμα με ξεγελούσε και ούτε ξέρω πόση ώρα περπατούσα. Δεν είχα την παραμικρή διάθεση να επιστρέψω σπίτι, αλλά είχα αρχίσει να μουδιάζω από το κρύο και την κούραση.

Κάποια στιγμή σταμάτησα να αγοράσω καπνό και είδα μέσα στο πορτοφόλι μου το εισιτήριο για το θέατρο που είχα αγοράσει σχεδόν ένα μήνα πριν και ακόμα δεν είχα καταφέρει να πάω. Ο κύβος ερρίφθη. Ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσω την «Κατσαρίδα».

Ο λόγος που με έσπρωξε στη συγκεκριμένη παράσταση – όχι, δεν ήταν ο Λαζόπουλος που τη διαφημίζει συνεχώς και καλά κάνει - αλλά το είδος της και το γεγονός ότι σημείωσε μεγάλη επιτυχία εκτός Αθηνών. Όταν μια παράσταση αντι-θεάτρου που καταρρίπτει κάθε καθιερωμένη θεατρική αντίληψη καταφέρνει να κερδίσει ένα κοινό λιγότερο εξασκημένο σε τέτοιες απόπειρες, τότε σου φαίνεται πολλά υποσχόμενη.

Το έργο είναι ένα σουρεαλιστικό παραμύθι. Μια κατσαρίδα, η Ιωάννα, διωγμένη από την κοινότητα των κατσαρίδων που ζούσε, αποφασίζει να κάνει πραγματικότητα το όνειρό της να πάει στο φεγγάρι. Έτσι, εμείς παρακολουθούμε το ταξίδι της μέχρι τέλους - εννοείται πως τα κατάφερε - και παράλληλα παίρνουμε μερικά μαθήματα ζωής με τις καλύτερες προθέσεις εκ μέρους του συγγραφέα. Η αλήθεια είναι ότι σαν ιδέα είναι καταπληκτική, στην θεατρική μεταφορά της όμως αφήνει κενά και σε πολλά σημεία γίνεται κουραστική. Μερικές φορές έχεις την εντύπωση ότι οι ηθοποιοί δεν έχουν σενάριο να «πατήσουν», κι έτσι καταφεύγουν σε υπερβολικούς αυτοσχεδιασμούς ακόμα και για αυτό το τόσο ιδιαίτερο είδος θεάτρου.

Παρόλο που διαφημίζεται ως ντανταϊστική κωμωδία (βλ. ντανταϊσμός), εκτός του κωμικού στοιχείου ή της φάρσας - που προφανώς ευθύνεται για την τεράστια επιτυχία που γνωρίζει - έχει εξίσου αναπτυγμένο και το μελαγχολικό ή πικρό στοιχείο που ενυπάρχει σε κάθε υπαρξιακή περιπέτεια.

Οι συνθήκες της παράστασης, εξ αρχής δηλώνουν τη διαφορετικότητά της. Μόλις δύο ηθοποιοί, νεαροί και άγνωστοι τουλάχιστον μέχρι πρότινος, χωρίς σκηνικά, κουστούμια και λοιπά μέσα να τους υποστηρίζουν, βάζουν ένα μεγάλο στοίχημα με μόνο εφόδιο για να μας πείσουν την υ π ο κ ρ ι τ ι κ ή τους δεινότητα. Και το κερδίζουν. Θεωρώ ότι η μεγάλη επιτυχία οφείλεται αποκλειστικά σε αυτούς. Σηκώνουν στους ώμους τους μια σχεδόν δίωρη παράσταση χωρίς διάλειμμα, με εκρηκτική ενέργεια να ανακυκλώνεται στο χώρο, καθώς παίζουν, επικοινωνούν με το κοινό και ενθαρρύνουν τη συμμετοχή του, χορεύουν, τραγουδούν και βέβαια στο τέλος χειροκροτούνται με πάθος, όπως τους αξίζει.